Δεν ξέρω πώς να αρχίσω να μιλάω για το έργο του Γιώργου. Μάλλον ξέρω. Παρά την αδυναμία που κρύβει η φράση αυτή στο χώρο της κριτικής θεωρίας και των λοιπών θεωρητικών πειθαρχιών της τέχνης, το «άνοιγμα του κουκουλιού» μού αρέσει  πολύ. Γιατί; Οι εικόνες του Γιώργου είναι εικόνες που φωτογραφικά παρουσιάζουν τεράστιο αισθητικό και οπτικό ενδιαφέρον. Είναι εικόνες με μία ατμόσφαιρα σκοτεινή βγαλμένη από τους εφιάλτες. Μάλλον από το σύνορο που μπλέκονται τα όνειρα με τους εφιάλτες. Αναρωτιέμαι αν έχω δει, από αυτή τη σκοπιά, πιο γοητευτικά και πιο αινιγματικά τοπία τραβηγμένα στην Ελλάδα.

Μην ξεχνάμε τις δυσκολίες του φωτός στην λεκάνη της Μεσογείου και τα ήπια και οπτικά μη ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της φύσης και του καιρού σε αντίθεση με άλλα μέρη στον κόσμο. Αυτό αποτελεί σύνηθες παράπονο για όσους ασχολούνται με τις οπτικές τέχνες και επιδιώκουν ένα συγκινητικό μορφοπλαστικό αποτέλεσμα. Κατά την διαδρομή «Περίπλους», μάς λέει η Πηνελόπη Πετσίνη, οι φωτογράφοι του MAGNUM δεν καταλάβαιναν τι έπρεπε να φωτογραφίσουν, αφού τα πάντα στην Ελλάδα φαίνονταν άσχημα. Είναι γνωστά τα καπρίτσια του Αγγελόπουλου σε σχέση με την εύρεση του ιδανικού φωτός που συχνά τον οδηγούσε στον βορρά ακόμη και εκτός Ελλάδας. Ιστορικά φιλμ όπως ο Κυνόδοντας ή οι ταινίες του Νικολαΐδη γυρίστηκαν μέσα σε ένα σπίτι. Ο Άγγελος Φραντζής πήγε στο Μουρμάνσκ της Ρωσίας για να λάβει ένα οπτικά συναρπαστικό αποτέλεσμα στο Ακίνητο Ποτάμι.

Αναφορικά με τη φωτογραφία, στην Ελλάδα μέχρι πρόσφατα χρησιμοποιείτο δημιουργικά σχεδόν αποκλειστικά το Α/Μ φιλμ. Όσον αφορά στο «έγχρωμο», ο Χάρης Κακαρούχας κάνει το μεγάλο έργο του στην Κούβα και ο Μανώλης Μπαμπούσης φωτογραφίζει εσωτερικούς χώρους. Ακόμα και στο βιβλίο του Παύλου Φυσάκη, από την καθαρά φωτογραφική σκοπιά, θεωρώ πως το πιο αδύναμο μέρος είναι η «Γαύδος», ενώ με διαφορά εμφανίζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τα «υπερβόρεια» τοπία των Ουραλίων και του Νόρντκαπ.

Πίσω στη δουλειά του Γιατρομανωλάκη. Από τη μεριά του φωτογράφου διαβάζω πως ο Γιώργος φεύγει από τον άνυδρο, φωτογραφικά, χώρο κατοικίας του στην Κρήτη και περιηγείται στα γύρω τοπία σε ιδιαίτερες συνθήκες φωτός, δουλεύοντας με μεγάλους χρόνους έκθεσης ή τεχνητό φωτισμό. Αυτό του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητες του φωτογραφικού μέσου ώστε να μεταμορφώσει την φύση που υπάρχει μπροστά του − γύρω του − κατασκευάζοντας εικόνες ενός άλλου κόσμου, κρυμμένου κάπου βαθιά. Μεταμορφώνει τα πραγματικά τοπία σε τοπία εσωτερικά, ή αλλιώς τοπία μαγικά, χώρους του μύθου ώστε με αυτόν τον τρόπο να μιλήσει μεταφορικά για τα νοήματα και έννοιες που θέλει να μεταδώσει.

Το βιβλίο βέβαια για τον ίδιο αποτελεί μία συνολική εμπειρία και πράγματι οι υφές, ο σχεδιασμός ακόμα και το παχύ άρωμα του μελανιού ενεργοποιούν πλήθος αισθήσεων πέραν της όρασης. Το μικρό μπούκλετ-σημειωματάριο που εμφανίζεται προς το τέλος, ανάμεσα στα φώτα και στη σκόνη, εισάγει ένα διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης προκαλώντας τον θεατή  να θέσει τα ερωτήματα του πάνω στη φύση και στις αξίες του έργου που κρατάει στα χέρια του.

Εν κατακλείδι, ο Γιατρομανωλάκης είναι ένας από τους πλέον ενδιαφέροντες σύγχρονους «Έλληνες» δημιουργούς (συγγνώμη Γιώργο για τον «επιθετικό» προσδιορισμό). Όσον αφορά στην κοινωνικο-πολιτική κρίση, αν και πολλά πράγματα χάθηκαν σε επίπεδο ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης, η πολιτική θεωρία και η ιστορία της τέχνης προβλέπουν πως αυτή είναι μία γόνιμη περίοδος για να ανθίσουν φωνές όπου αμφισβητούν το κυρίαρχο παράδειγμα. Είναι βαθιά μου πεποίθηση, για να κλείσω, πως αυτές οι φωνές είτε θα εκφραστούν συλλογικά είτε δεν θα καταφέρουν να διανοίξουν τους δρόμους που εν δυνάμει ανοίγονται μπροστά τους. Αλλά αυτό το πιστεύω και συνολικά για τους ανθρώπους.

Καλή τύχη και καλή συνέχεια, αγαπητέ μεταξοσκώληκα.

Info:

https://www.yatrom.net/

VOID

Hardcover quarter-bound
17 x 23 cm
128 pages with an inserted 24 pages booklet
Edition of 500

.