Six Young Men

The celluloid of a photograph holds them well –
Six young men, familiar to their friends.
Four decades that have faded and ochre-tinged
This photograph have not wrinkled the faces or the hands.
Though their cocked hats are not now fashionable,
Their shoes shine. One imparts an intimate smile,
One chews a grass, one lowers his eyes, bashful,
One is ridiculous with cocky pride –
Six months after this picture they were all dead.


All are trimmed for a Sunday jaunt. I know
That bilberried bank, that thick tree, that black wall,
Which are there yet and not changed. From where these sit
You hear the water of seven streams fall
To the roarer in the bottom, and through all
The leafy valley a rumouring of air go.
Pictured here, their expressions listen yet,
And still that valley has not changed its sound
Though their faces are four decades under the ground.


This one was shot in an attack and lay
Calling in the wire, then this one, his best friend,
Went out to bring him in and was shot too;
And this one, the very moment he was warned
From potting at tin-cans in no-man’s land,
Fell back dead with his rifle-sights shot away.
The rest, nobody knows what they came to,
But come to the worst they must have done, and held it
Closer than their hope; all were killed.


Here see a man’s photograph,
The locket of a smile, turned overnight
Into the hospital of his mangled last
Agony and hours; see bundled in it
His mightier-than-a-man dead bulk and weight:
And on this one place which keeps him alive
(In his Sunday best) see fall war’s worst
Thinkable flash and rending, onto his smile
Forty years rotting into soil.


That man’s not more alive whom you confront
And shake by the hand, see hale, hear speak loud,
Than any of these six celluloid smiles are,
Nor prehistoric or, fabulous beast more dead;
No thought so vivid as their smoking-blood:
To regard this photograph might well dement,
Such contradictory permanent horrors here
Smile from the single exposure and shoulder out
One’s own body from its instant and heat.


Ted Hughes


Σε μια πρώτη ανάγνωση το ποίημα “Six Young Men” του Ted Hughes έχει ως κεντρική ιδέα τη φρίκη και τον αποτροπιασμό του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Ο πατέρας του Hughes, μετά την επιστροφή του από τον πόλεμο, φέρει μαζί του όλη εκείνη την πρωτόγνωρη έως τότε φρικωδία, όπως την χαρακτήρισαν με τις μαρτυρίες τους άνθρωποι οι οποίοι επέζησαν του πολέμου, αλλά και τα τραύματα της σφαγής σχεδόν όλων των φίλων και συμπατριωτών του στη Μάχη της Καλλίπολης το 1915.[1] Ο πατέρας του Hughes ανήκε στο ποσοστό του δύο τοις εκατό ενός συντάγματος, το οποίο κατάφερε να επιβιώσει μετά τη μάχη.

Ο κριτικός της Newsnight Review, Tom Paulin, επεσήμανε χαρακτηριστικά πως ο Hughes, γεννημένος το 1930, ανήκε σε μια γενιά η οποία «βύζαξε το αίμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με το γάλα της μητέρας της και κατά το πρώτο μισό της ζωής της, γνώριζε τη Μεγάλη Βρετανία μόνο ως μια χώρα που βρισκόταν συνεχώς σε πόλεμο, ανέμενε κάποιο πόλεμο ή προετοιμαζόταν για πόλεμο».[2] Ο Hughes έγραψε το ποίημα αυτό εμπνεόμενος από μια φωτογραφία έξι νέων ανδρών που τραβήχτηκε στο Lumb Falls, κοντά στο Hebden Bridge, στις αρχές του 20ου αιώνα, το 1914. Έξι μήνες αργότερα και οι έξι αυτοί άνδρες σκοτώθηκαν στις μάχες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ωστόσο, το ποίημα αυτό μιλά για πολύ περισσότερα. Ναι μεν αποτελεί μια επίθεση στη φρικαλεότητα του πολέμου, μιλά όμως κυρίως για τη γνώση και για τη συνείδηση της δικής μας θνησιμότητας, για τη φθαρτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και για την υλική ανυπαρξία από την οποία κανείς δεν μπορεί να διαφύγει. Μας υπενθυμίζει διαρκώς πως η ύπαρξη μας, κάποια στιγμή, δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από την υπενθύμιση που θα δίνει ένα χαμογελαστό πρόσωπο σε μια φωτογραφία. Πόσο κοντά στην ανάγνωση του Barthes για τη φωτογραφία, αλλά αυτή τη φορά από έναν ποιητή, με ένα ποίημα. Ο ποιητής γνωρίζει καλά το μέρος στο οποίο τραβήχτηκε η εικόνα. Το γύρω περιβάλλον του είναι οικείο. Κι όμως η φωτογραφία δείχνει τόσο ζωντανή. Ακόμα και οι έξι νέοι άνδρες που απεικονίζονται δείχνουν ζωντανοί. Κι όμως, έξι μήνες μετά, όλοι τους είναι νεκροί εξαιτίας του πολέμου. «Η αστραπή και η βία του πολέμου έπεσε πάνω στα χαμόγελά τους» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Hughes.

Ο Hughes στην αρχή του ποιήματος εκφράζει την έκπληξή του για τη φωτογραφία που κρατά ακόμα τους έξι άνδρες σε καλή κατάσταση. «Φαίνονται να είναι καλά», κάτι όπως παρατηρεί οφείλεται κυρίως στην υλικότητα της φωτογραφίας. Αν και έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες από τη στιγμή που τραβήχτηκε η εικόνα αυτή, αν και έχει γίνει πλέον ωχρή, δεν μπορούμε να δούμε ούτε μια «ρυτίδα στο πρόσωπο ή στα χέρια» των έξι ανδρών. Και αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, συνυπολογίζοντας πως το πρόσωπο αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό για την αναγνώριση της ταυτότητας ενός ατόμου. Παρ’ όλα αυτά, ο χρόνος έχει προχωρήσει τόσο, που τα καπέλα τους μας φαίνονται παλιομοδίτικα τώρα πια. Ωστόσο, «έξι μήνες αργότερα όλοι ήταν νεκροί», και τώρα «μόνο η κοιλάδα» στο υπόβαθρο της φωτογραφίας παραμένει αμετάβλητη, ενώ εκείνοι δεν υπάρχουν πια.

Το «κλικ» του κλείστρου της φωτογραφικής μηχανής τους κράτησε αθάνατους σε μια εικόνα, όμως «η αστραπή και η βία του πολέμου» έστειλε «τα πρόσωπά τους εδώ και τέσσερις δεκαετίες στον υπόγειο κόσμο». Από το αίσθημα της ματαιότητας του πολέμου ο Hughes μεταπηδά γρήγορα στην πλημμυρίδα της ζωής και στο αναπόφευκτο του θανάτου, όπως στο ποίημα «Ασθενοφόρα» του Philip Larkin.



Closed like confessionals, they thread

Loud noons of cities, giving back

None of the glances they absorb.

Light glossy grey, arms on a plaque,

They come to rest at any kerb:

All streets in time are visited.


Then children strewn on steps or road,

Or women coming from the shops

Past smells of different dinners, see

A wild white face that overtops

Red stretcher-blankets momently

As it is carried in and stowed,


And sense the solving emptiness

That lies just under all we do,

And for a second get it whole,

So permanent and blank and true.

The fastened doors recede. Poor soul,

They whisper at their own distress;


For borne away in deadened air

May go the sudden shut of loss

Round something nearly at an end,

And what cohered in it across

The years, the unique random blend

Of families and fashions, there


At last begin to loosen. Far

From the exchange of love to lie

Unreachable inside a room

The trafic parts to let go by

Brings closer what is left to come,

And dulls to distance all we are.


Philip Larkin


Όλα τα πρόσωπα που διακρίνονται σε αυτή τη φωτογραφία δεν είναι πλέον στη ζωή. Μόνο το τοπίο παραμένει αναλλοίωτο. Οι καρποί των δέντρων, ο ήχος από το τρεχούμενο νερό της πηγής είναι ερεθίσματα τα οποία είχαν τόσο οι έξι νέοι της εικόνας, όσο και κάποιος που πρόκειται να επισκεφθεί το μέρος αυτό σήμερα. Η ζωντάνια όμως των έξι νέων, όπως αυτή απεικονίζεται στη φωτογραφία, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή σήμερα παρά μόνο μέσα από αυτή την εικόνα. Ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο στο ποίημα είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο το οποίο προσλαμβάνει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αλλά δεν μπορεί ακριβώς να επεξεργαστεί. Πώς είναι δυνατόν αυτοί οι έξι νέοι να αποπνέουν μια τόσο έντονη αίσθηση ζωντάνιας σε αυτή την εικόνα, κι όμως να είναι παράλληλα και τόσο νεκροί. Στη φωτογραφία αυτή ο μοναδικός ζων τελικά είναι ο ίδιος ο παρατηρητής, ή ο ίδιος ο αναγνώστης του ποιήματος. Πόσο αφοπλιστική αυτή η αντίφαση.

Ας σκεφτούμε το παράδειγμα ενός παιδιού στο οποίο δείχνουν για πρώτη φορά την εικόνα ενός αποθανόντα προγόνου του, μια εικόνα στην οποία ο απεικονιζόμενος χαμογελά. Ας σκεφτούμε όλο αυτό το γλωσσικό παιχνίδι το οποίο ξεκινά όταν το παιδί θα αρχίσει να αναρωτιέται για την ύπαρξη ή όχι αυτού του απεικονιζόμενου προσώπου. Πώς μπορεί να έχει πρόσβαση στην απεικόνισή/εμφάνισή του, εφόσον το πρόσωπο αυτό δεν είναι πια στη ζωή; Και τελικά για ποιο λόγο ο απεικονιζόμενος χαμογελά, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι πλέον είναι νεκρός; Ακόμα και το ερώτημα σχετικά με το που εντάσσεται χρονικά ένα τέτοιο περιστατικό;

Αυτό το οποίο τελικά μας δείχνει ο Hughes, είναι αυτή η δυσκολία της πρόσληψης της πραγματικότητας, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά και ο John Updike, η δυσκολία της πρόσληψης των φαινομένων και των εμπειριών που μας απασχολούν άμεσα και έρχονται αντιτιθέμενα σε μια λογική επεξεργασία η οποία έχει τα θεμέλιά της στη σκέψη του Λογικού Εμπειρισμού,[3] με την οποία είναι αυθορμήτως εμποτισμένος ο άνθρωπος του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Η λέξη  “dement”, την οποία χρησιμοποιεί ο Hughes στο κλείσιμο του ποιήματος έχει δύο σημασίες. Αφενός, η παραφροσύνη η οποία μπορεί να χαρακτηρίζει ένα άτομο, και αφετέρου η διαδικασία κατά την οποία ένα άτομο μπορεί να επέλθει σε μια κατάσταση όπου θα έχει απολέσει πλήρως την πνευματική του ικανότητα. Μπορεί να είναι εξίσου μια κατάσταση παραφροσύνης η εξέταση μιας φωτογραφίας, ή μια τόσο λεπτομερής εξέτασή της φωτογραφίας μπορεί να συνεπάγεται με το ότι κάποιος οδηγείται σε ένα δρόμο απώλειας των λογικών του κριτήριων, αφού εν τέλει δεν έχει καμία ουσιαστική χρησιμότητα, πέραν του να τον φέρει στα πρόθυρα ενός υπαρξιακού/οντολογικού διλήμματος.





[1] Η Εκστρατεία της Καλλίπολης ή Μάχη της Καλλίπολης έλαβε χώρα στη χερσόνησο της Καλλίπολης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (στην Gelibolu της σημερινής Τουρκίας) από τις 25 Απριλίου του 1915 μέχρι τις 9 Ιανουαρίου του 1916, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν μια κοινή βρετανική και γαλλική επιχείρηση με στόχο την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να εξασφαλίσει μια θαλάσσια δίοδο προς τη Ρωσία. Μετά από μια αποτυχημένη ναυτική εκστρατεία, πραγματοποιήθηκε αμφίβια απόβαση στη χερσόνησο της Καλλίπολης. Η προσπάθεια απέτυχε, και μετά από οκτώ μήνες σκληρών μαχών και πολλούς νεκρούς και για τις δύο πλευρές η δύναμη εισβολής τελικά αποχώρησε. Η εκστρατεία ήταν μια από τις μεγαλύτερες νίκες των Οθωμανών κατά τη διάρκεια του πολέμου και θεωρείται από τις μεγαλύτερες αποτυχίες των Συμμάχων.

[2] Το απόσπασμα όπως παρατίθεται στο πρωτότυπο: “[…] who took in the blood of the First World War with their mother’s milk, and who up to their middle age knew Britain only as a country always at war, or inwardly expecting and preparing for war…”

[3] Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα στο γενικότερο ριζοσπαστικό κλίμα το οποίο κυριαρχεί, γεννιέται στην Βιέννη ένα νέο φιλοσοφικό πρόγραμμα, με στόχο τη «νομιμοποίηση» των έως τότε επιτευγμάτων στις επιστήμες, γνωστό με το όνομα Λογικός Θετικισμός ή Λογικός Εμπειρισμός, όρος εύρημα του A. Comte και δημιούργημα του «Κύκλου της Βιέννης» (1924-1936), που με πρωτεργάτη τον M.Schlick, αναγνωρίζει ότι οι μεγάλες επιστημονικές επαναστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα δεν μπορούν να χωρέσουν στο επικρατούν φιλοσοφικό πλαίσιο της εποχής, αλλά κρίνεται επιτακτική μια νέα φιλοσοφική θεμελίωσή τους. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν όμιλο προβληματισμού και αναζητήσεων, ο οποίος φιλοδοξούσε να αναμορφώσει τη φιλοσοφία συνολικά, να τη θέσει στον ασφαλή δρόμο της επιστήμης, προσφέροντάς της τα μέσα για την ουσιαστική κατανόηση της επιστήμης, της κοινωνίας, της τέχνης και του κόσμου στο σύνολό του, μακριά από την πλάνη του Μεταφυσικού Σχετικισμού και της Μεταφυσικής Εικοτολογίας. Για τους Λογικούς Εμπειριστές, θεμέλιο της γνώσης είναι η εμπειρία, ενώ η ίδια η γνώση οργανώνεται αποκλειστικά και μόνον από τη Λογική, οι συνθετικές a priori κρίσεις δεν μπορούν να υπάρξουν και μόνο οι εμπειρικά επιβεβαιώσιμες προτάσεις δίνουν πληροφορίες και νέα γνώση. Οι λογικές και μαθηματικές αλήθειες θεωρούνται «ταυτολογίες» και ως τέτοιες δεν μας λένε τίποτα για τον κόσμο αλλά εκλαμβάνονται ως αληθείς a priori.