Στη σχέση ανάμεσα στη φωτογραφία και στο αναφερόμενο επικεντρώνεται ο ιστορικός και φωτογράφος Joel Snyder στο “Picturing Vision”, κείμενο στο οποίο προσπαθεί να απομυθοποιήσει την αντίληψη ότι η φωτογραφία αναπαράγει «μια φυσική ή προνομιακή σχέση ανάμεσα στην εικόνα και στον κόσμο» και παράλληλα απορρίπτει την ιδέα ότι πρόκειται για μια «συνθήκη εικονογραφικής σημασίας».[1]

.

Bruce Gilden ®

.

Ο Snyder αναφέρει χαρακτηριστικά πως «αν υποθέσουμε ότι σε μια στιγμή έκρηξης και υπερβολικού θυμού χτυπήσουμε έναν τοίχο με ένα μεγάλο σφυρί, μπορεί η πράξη μας αυτή να δημιουργήσει ένα βαθούλωμα στον τοίχο, αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμπεράνουμε ότι το βαθούλωμα αυτό θα έχει οποιαδήποτε ομοιότητα με την κεφαλή του σφυριού».[2] Στηριζόμενος σε σημαντικό βαθμό στα συγγράμματα και στη θεωρία του φιλοσόφου Nelson Goodman,[3] καθώς και του ιστορικού τέχνης Ernst Gombrich,[4] ο Snyder υποστηρίζει ότι η λεγόμενη φύση της φωτογραφίας δεν αποτελεί με κανένα τρόπο μια φυσική διαδικασία, δεν αναπαράγει δηλαδή το «βλέπειν», αλλά έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τις επιταγές του «βλέπειν», οι οποίες διαμορφωθήκαν/εδραιώθηκαν κατά την περίοδο της Αναγέννησης.

.

Joel Meyerowitz ®

.

Επιπλέον, ο Snyder υπογραμμίζει ότι η εφεύρεση της ίδιας της φωτογραφικής μηχανής ξεκινά από διαδικασίες και τεχνικές του «βλέπειν» βασιζόμενες στην τέχνη και στην τεχνική της ζωγραφικής. Ο Snyder παραθέτει ένα σύντομο ιστορικό της εφεύρεσης της φωτογραφικής μηχανής προκειμένου να αποδείξει ότι τόσο η σύλληψή, όσο και η κατασκευή της βασίστηκε σε πίνακες ζωγραφικής και γενικότερα στη ζωγραφική αναπαράσταση και πρόσληψη. «Το πρόβλημα για τους μετα-αναγεννησιακούς ζωγράφους δεν ήταν το πώς θα φτιαχτεί μια εικόνα, η οποία θα μοιάζει επακριβώς με την εικόνα που παρήγαγε η φωτογραφική μηχανή, αλλά το πώς θα φτιαχτεί μια μηχανή η οποία θα μπορέσει να παραγάγει μια εικόνα όπως εκείνες που ζωγράφιζαν».[5] Και συνεχίζει, «η φωτογραφία δεν απέκλεισε τα πρότυπα της δημιουργίας των εικόνων, τα ενσωμάτωσε».[6]

.

David Octavius Hill & Robert Adamson ®

.

Ο Snyder προτείνει μάλιστα την υιοθέτηση ενός κατεξοχήν εικονογραφικού μοντέλου του «βλέπειν», βασισμένο σε ποικίλα πρότυπα και τρόπους με τους οποίους βλέπουμε, ώστε τόσο η φωτογραφική μας αντίληψη, όσο και η οπτική μας αντίληψη εν γένει, να γίνεται κατανοητή ως μια μεταμορφωμένη πραγματικότητα και όχι ως μια φυσική συνάρτηση ένα-προς-ένα με τον υλικό κόσμο.

.

.

.

[1]Joel Snyder, “Picturing Vision”, Critical Inquiry, Vol. 6, No. 3, (Chicago: ed. The University of Chicago Press, 1980), σελ. 500. Το απόσπασμα όπως παρατίθεται στο πρωτότυπο: “This ontological approach assumes a relation of resemblance between picture and referent as the condition of pictorial significance.”

[2]Ό.π., σελ. 507. Το απόσπασμα όπως παρατίθεται στο πρωτότυπο: “Suppose that in a fit of anger I smash a wall with a large hammer. The wall may dent, but there is no reason to conclude that the dent must bear a resemblance to the head of the hammer.”

[3]Αμερικανός φιλόσοφος, γνωστός για την εργασία του πάνω στο πρόβλημα της επαγωγής. Γεννήθηκε στο Somerville του Maryland το 1906, αποφοίτησε το 1928 από το πανεπιστήμιο του Harvard και για έντεκα χρόνια διεύθυνε μία γκαλερί στη Βοστώνη. Το 1941 τελείωσε το διδακτορικό του και εν μέσω του πολέμου κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τον πόλεμο δίδαξε και πραγματοποίησε έρευνες σε διάφορα πανεπιστήμια των Η.Π.Α., μέχρι το διορισμό του ως καθηγητής φιλοσοφίας στο Harvard το 1968.  Ο Goodman πρότεινε το «νέο γρίφο της επαγωγής», κατ’ αναλογία προς το κλασικό πρόβλημα της επαγωγής του David Hume. Ο όρος εισήχθη για πρώτη φορά στο βιβλίο του Fact, Fiction and Forecast.

[4]Ο Ernst Gombrich, Αυστριακός ιστορικός της τέχνης, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και δραστηριότητάς του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εξέτασε την ανάπτυξη της τέχνης από την προϊστορική τέχνη ως το μοντερνισμό και θεωρείται ο μεγαλύτερος θεωρητικός της ιστορίας της τέχνης. Γεννήθηκε στη Βιέννη, σε μια αφομοιωμένη οικογένεια εβραϊκής προέλευσης, η οποία ήταν μέρος ενός περίπλοκου κοινωνικού και μουσικού περιβάλλοντος. Ο Gombrich μετά τις σπουδές του στo Πανεπιστήμιο της Βιέννης ξεκίνησε την ακαδημαϊκή και ερευνητική σταδιοδρομία του το 1936 ως ερευνητικός βοηθός στο Ιδρυμα Warburg, (ερευνητικό κέντρο για θέματα τέχνης του Πανεπιστημίου του Λονδίνου). Από το 1956 ως το 1975, ο Gombrich ήταν διευθυντής του ιδρύματος. Το πρώτο βιβλίο του ήταν το Eine kurze Weltgeschichte für junge Leser (Μικρή ιστορία του κόσμου), το μόνο βιβλίο που δεν έγραψε στα αγγλικά και το οποίο δημοσιεύθηκε στη Γερμανία το 1936. Το Χρονικό της Τέχνης, που δημοσιεύτηκε πρώτα το 1950 (σήμερα στην 16η έκδοσή του) θεωρείται ευρέως ως ένα δημιουργικό έργο κριτικής και μια από τις πιο προσιτές εισαγωγές στη τέχνη και στο design.

[5]Joel Snyder, “Picturing Vision”, Critical Inquiry, Vol. 6, No. 3, (Chicago: ed. The University of Chicago Press, 1980), σελ. 512. Το απόσπασμα όπως παρατίθεται στο πρωτότυπο: “The problem for post-Renaissance painters was not how to make a picture that looked like the image produced by the camera, it was how to make a machine that produced an image like the ones they painted”.

[6]Ό.π., σελ. 514. Το απόσπασμα όπως παρατίθεται στο πρωτότυπο: “Photography did not sidestep the standards of picture production, it incorporated them.”