Το οικογενειακό αρχείο αποτελούσε ανέκαθεν την κυριότερη αναφορά του φωτογραφικού μέσου για την πλειονότητα των ανθρώπων, καθώς τα υπόλοιπα φωτογραφικά αντικείμενα (διαφημίσεις, ρεπορτάζ κτλ) αφορούσαν στον κλάδο των επαγγελματιών. Στον πυρήνα του δεν βρισκόταν τίποτα άλλο από το ίδιο το κέντρο του μέσου, η δυνατότητα ικανοποιητικής περιγραφής των πραγμάτων, όπως αυτά υπήρξαν − κάποτε. Ποια είναι όμως σήμερα η φύση ενός οικογενειακού αρχείου; Μία ικανοποιητική έναρξη στην επίλυση του γρίφου μάς δίνει ο Stephen Shore (Τhe nature of photographs), μέσα από την εξερεύνηση της φύσης των φωτογραφιών. Από τη μία οι φωτογραφίες έχουν ένα υλικό μέρος, είναι επίπεδες, είναι ακίνητες, έχουν τέσσερις γωνίες. Από την άλλη είναι προϊόντα της νόησης, καθώς οι πραγματικές εικόνες που κοιτάζουμε επανασχηματίζονται στο μυαλό ως πνευματικές εικόνες.

Στη συνέχεια εξετάζοντας την οικογενειακή δομή, διαβάζουμε ένα πλήθος αλλαγών. Η κρίση στην Ελλάδα χτύπησε σκληρά την πλειονότητα των οικογενειών, στην αρχή οικονομικά και στη συνέχεια επέφερε πλήγματα στην κοινωνική συμπεριφορά, στην ποιότητα ζωής, στην υγεία, ψυχική και σωματική. Γονείς και παιδιά είτε έμειναν άνεργοι είτε είδαν τους μισθούς να κατρακυλάνε χαμηλότερα από το κόστος της καθημερινότητας: η οικογένεια ξαναμαζεύτηκε σε ένα διαμέρισμα κατά τα πρότυπα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, οι νέοι που είχαν ανοίξει το δρόμο τους, επέστρεψαν στο σπίτι των γονιών. Την ίδια στιγμή, η φύση του οικογενειακού αρχείου, του Familienarchiv, μεταβλήθηκε για πάντα μέσα από την κυριαρχία των μέσων μαζικής δικτύωσης και την απελευθέρωση της ψηφιακής τεχνολογίας.

Το αρχείο − που πάντοτε ήταν κρυμμένο μέσα σε άλμπουμ και σακούλες και διατηρούσε μία επιλεγμένη και περιορισμένη προσβασιμότητα − συνοδευόταν στο παρελθόν από μία ιερότητα, την «ιερότητα που φέρουν τα περασμένα». Το άλμπουμ, συγκροτούσε τη μνήμη του σπιτιού ∙ και πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην το κάνει; Οι φωτογραφίες λαμβάνονταν και αποτυπώνονταν σε πραγματικά υλικά (φιλμ και φωτοευαίσθητα χαρτιά) και πάλιωναν όσο τα χρόνια περνούσαν, τα υλικά τραυματίζονταν και γερνούσαν παρέα με τους ανθρώπους που συνόδευαν. Έτσι, οι φωτογραφίες τής οικογένειας, συνήθιζαν να έχουν μία στενότερη συγγενική σχέση με τα πρόσωπα που αποτυπώνονταν από ό,τι όλες οι άλλες απεικονίσεις.

Και η ανάγκη του Χρήστου Καπάτου έγκειται ακριβώς εκεί: θέλει να ανασυστήσει το οικογενειακό αρχείο, όπως ο ίδιος το βρήκε μεγαλώνοντας, ορίζοντάς το και πάλι ως ένα σύνολο φωτογραφικών αντικειμένων που στέκονται μπροστά μας σαν μικρά μνημεία, ως λάμψεις σπινθήρων μέσα στο σκοτάδι του παρελθόντος. Αντιστρέφοντας την «ανάμνηση» του Chris Marker, όπου μόνο το πέρασμα του χρόνου αναδεικνύει κάποιες στιγμές σε μνήμες, ο Χρήστος επιμένει, ύστερα από το ατύχημα του πατέρα του, εδώ και πέντε χρόνια, να επιλέγει εκείνος τις εικόνες τής μνήμης που δεν πρέπει να ξεχαστούν. Αποτιμά τα σέβη του στο χρόνο εκείνος που φωτογραφίζει με τρυφερότητα και επιμέλεια τα αγαπημένα του πρόσωπα. Αναδεικνύει με μία πράξη στο παρόν του, τις αυριανές αναμνήσεις. Επιλέγει ποια είναι τα πράγματα που θα καλουπώσει στο κεχριμπάρι, γίνεται εκείνος που φτιάχνει ενθύμια, εκείνος που συλλέγει απολιθώματα φωτός.

Γιάννης Καρπούζης για το Χρήστο Καπάτο, τέλη του Φλεβάρη

*Στο διάστημα 2-11 Μαρτίου και στα πλαίσια του 20ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί η έκθεση φωτογραφίας του Χρήστου Καπάτου, «Antonis’ voice (A family portrait)», σε επιμέλεια Γιάννη Καρπούζη. Η έκθεση θα φιλοξενηθεί στο χώρο της Tabya, Κ. Μελενίκου 14Γ, (έναντι πλατεία χημειου), Θεσσαλονίκη.

.