O Philip-Lorca diCorcia ξεκινά το 1990, στο φόντο του θανάτου τού αδερφού του εξαιτίας του AIDS, να φωτογραφίζει εκδιδόμενους νεαρούς άντρες στο Hollywood. Στο περιθώριο της απαστράπτουσας βιτρίνας της show-biz. Καταφέρνει το 1989 να εξασφαλίσει χορηγία 45.000 δολαρίων από το Εθνικό Κληροδότημα για τις Τέχνες, μέσα σε ένα κλίμα μετα-ρηγκανικής υπερσυντηρητικής στροφής της κοινωνίας και μαζικής ομοφοβικής υστερίας, προφασιζόμενος ότι σχεδιάζει διαφορετικό πρότζεκτ από αυτό που είχε στο μυαλό του το οποίο θα κινείται σε «αξιοπρεπές» πλαίσιο, καθώς μετά το σοκ που προκάλεσε το έργο του Robert Mapplethorpe, είχε γίνει εξαιρετικά δύσκολο για καλλιτέχνες να εξασφαλίσουν τέτοιου είδους χρηματοδότηση. Οργώνοντας το Los Angeles και τους δρόμους γύρω από τη λεωφόρο Santa Monica, βρίσκει τους άντρες που τον ενδιαφέρουν και έχοντας επιμελώς σχεδιάσει το σκηνικό μέσα στο οποίο τους θέλει (το δωμάτιο ενός μοτέλ, κάποιο πάρκινγκ, ένα εστιατόριο fast-food κτλ), τους προτείνει να τους φωτογραφήσει δίνοντάς τους ως αμοιβή το ποσό που θα έπαιρναν αν έκαναν σεξ.

Η δουλειά αυτή παρουσιάζεται το 1993 στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης μέσα από μια επιλογή 25 εικόνων υπό τον τίτλο Strangers. Κάθε εικόνα συνοδεύεται από το ονοματεπώνυμο του εικονιζόμενου, την ηλικία του, τον τόπο γέννησης και το ποσό της αμοιβής του και η έκθεση προκαλεί κύμα αντιδράσεων ακροδεξιάς προέλευσης και μια φιλολογία για αθέμιτη χρήση δημοσίου χρήματος.

Ο diCorcia δηλώνει ικανοποίηση που χρησιμοποίησε μέρος των χρημάτων για αμοιβή των εκδιδόμενων και υποστηρίζει ρητά ότι στρέφεται ενάντια στη μισαλλοδοξία και τον φαρισαϊσμό, κάνοντας σαφές ότι με το έργο αυτό επεδίωξε να αποδομήσει την εικόνα των ΗΠΑ ως χώρας στην οποία μπορεί κάποιος να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Μάλιστα, σημειώνει ότι θα ήθελε ο τίτλος της έκθεσης να είναι Trade, λέξη της οποίας η απλή σημασία είναι «εμπόριο», αλλά στην αργκό χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους εκδιδόμενους άντρες και επισημαίνει ότι με τη στάση του θέλησε να υπογραμμίσει την μετατροπή των ανθρώπων αυτών σε εμπορεύματα. Ταυτόχρονα, όμως, η χειρονομία του έχει και μια ακόμα σημασία όσον αφορά στους κώδικες αναπαράστασης. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η φωτογραφία πορτρέτου με τέτοια επιμέλεια στο σκηνικό και στο φωτισμό χρησιμοποιείται για την απεικόνιση διασημοτήτων. Πιάνοντας το νήμα των ελάχιστων εξαιρέσεων που προηγήθηκαν, όπως αυτές στη δουλειά του August Sander και της Diane Arbus, o diCorcia χρησιμοποιεί τη γλώσσα αυτή για να απεικονίσει άσημους, απλούς ανθρώπους, εκδημοκρατίζοντας περαιτέρω την πρακτική του πορτρέτου. Και με τις επιλογές του αυτές, τεχνικές και θεματολογικές, κόντρα στην μεταμοντέρνα κυριαρχία της αισθητικοποίησης της πολιτικής, βαδίζει προς την πολιτικοποίηση της αισθητικής.

Το 2013, η ιστορική αυτή πια δουλειά κυκλοφορεί από την εκδοτική συνεργασία Steidl-Dangin, με 80 περίπου εικόνες, υπό τον τίτλο HUSTLERS.

.

*κεντρική φωτο: Brent Booth, 21 years old, Des Moines, Iowa, $30, 1990-92

.

Μια εκτενέστερη εκδοχή του παρόντος κειμένου δημοσιεύτηκε αρχικά στον Φωτεινό Θάλαμο της Εφημερίδας των Συντακτών

.