Διαχέοντας την κρίση σε ολόκληρη την πόλη

Στέκουν, λοιπόν, αυτές οι ακραίες μορφές της διαχυμένης πόλης απλά μοναχικές, σαν αντιδιαμετρικά σκιάχτρα από μπετό; Σαν ακραία παραδείγματα του ιστού της; Σαν ένα κακό πείραμα για το οποίο η υπόλοιπη πόλη δεν είναι περήφανη, αλλά ούτε θα αγχωθεί; Όχι βέβαια, όπως είπαμε και εισαγωγικά, η πόλη που χάνει τη συνοχή σε επιμέρους τμήματά της, κινδυνεύει ολόκληρη να διαρραγεί. Τί υποσκάπτει λοιπόν την πόλη;

Πρώτον, οι οικονομικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται άναρχα κατά μήκος των οδικών αξόνων ή των εμπορικών, χρηματοπιστωτικών και βιομηχανικών κέντρων, όπως και η σπατάλη της γης στα μέρη εκείνα όπου οι οικονομικές δραστηριότητες καταρρέουν, δημιουργούν μια υπέρμετρη επέκταση του αστικού χώρου.

Γιάννης Καρπούζης, από τη σειρά Παράλληλη Κρίση

 

Δημιουργείται, λοιπόν, ένα ρευστό σύμπλεγμα που θέτει τα δικά του όρια: οτιδήποτε δεν εντάσσεται στη διαδικασία συσσώρευσης, παρακάμπτεται, οτιδήποτε εντάσσεται, μπορεί και συνδέεται με τις εξόδους των εθνικών οδών. Χιλιάδες άνθρωποι κάνουν δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα κάθε χρόνο για να βρεθούν στη δουλειά τους, που –όταν υπάρχει- είναι τώρα ολοένα και πιο μακριά: στο αεροδρόμιο στα Σπάτα, κατά μήκος της Αττικής οδού, στη βιομηχανική της Βοιωτίας, στο Θριάσιο, στην Εθνική Οδό μέχρι την Κόρινθο κοκ. Τα όρια αυτά είναι ακόμα πιο ευδιάκριτα, όταν το φυσικό φως είναι λιγότερο, δηλαδή τη νύχτα, όπου τα φώτα της πόλης φτιάχνουν φλουταρισμένους πίνακες, σκετσάροντας σαφώς τους παραπάνω τόπους ανάπτυξης-υπανάπτυξης.

Γιάννης Καρπούζης, από τη σειρά Imperia Obscura

Γιάννης Καρπούζης, από τη σειρά Imperia Obscura

 

Δεύτερον, οι ακτογραμμές συγκεντρώνουν έναν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό χρήσεων, που φεύγουν από τις παλιές τους έδρες, όταν δεν κλείνουν ολότελα. Τέτοιες είναι τα μικρά εργαστήρια, η επεξεργασία προϊόντων, οι μεταφορές, η αποθήκευση κοκ. Η εσωτερική αυτή μεταφορά συνεχίζει να γίνεται, τουλάχιστον σε σχετικό βαθμό, καθώς οι δραστηριότητες αυτές σπρώχνονται προς τα έξω από διαφορετικού τύπου επιχειρήσεις που αποφέρουν υψηλότερα κέρδη. Σαν να ζητάει ένας αγενής μαγαζάτορας από ένα ζευγάρι να σηκωθεί γιατί εδώ και τρεις ώρες πίνει από ένα καφέ, ενώ έξω μόλις έφτασαν δύο οικογένειες πεινασμένων μεσήλικων με τα τέσσερα μικρά τους.

Σε μια εποχή κρίσης και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, αυτοί οι καλοπληρωτές αφορούν κυρίως τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, λίγους κλάδους του εμπορίου και τον τουρισμό.

Χάρη στην κεντρική θέση που θα βρεθούν ή στις καλές υποδομές που θα γειτονεύουν, θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν, υψηλότερα κέρδη για τον επιχειρηματία και υψηλότερο ενοίκιο για τον ιδιοκτήτη ακινήτων.

Έτσι, μόνο όποια επιχείρηση ξεπερνάει ένα μέσο κέρδος μπορεί να βρεθεί στους μεγάλους δρόμους. Η παραπάνω διαδικασία φιλτραρίσματος των γειτονιών μαρτυρά την αυξημένη σημασία που έχει αποκτήσει σήμερα η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω της μεσιτείας των ακινήτων. Ο πρωταρχικός ρόλος του ενοικίου στο οικονομικό προϊόν των μητροπόλεων, καθορίζει τί «μαγαζιά» θα ανοίξουν και πού.

Μαρίνος Τσαγκαράκης, από τη σειρά Non-places of Transition

 

Βλέπουμε ότι ολόκληρα τμήματα της Αθήνας, όπως το παραλιακό μέτωπο από το Σαρωνικό μέχρι τη Γλυφάδα, η Πανεπιστημίου, το άλσος Φιλαδέλφειας, η Λεωφόρος και το αεροδρόμιο του Ελληνικού προετοιμάζονται οργανωμένα να αποτελέσουν τη βάση για την ιδιωτική συσσώρευση μέσω της κερδοσκοπίας πάνω στη γη. Καθώς ο χώρος γίνεται αυτός καθεαυτόν στόχος της επένδυσης κεφαλαίου -διαδικασία που ονομάζεται αλλιώς «αστικοποίηση του κεφαλαίου»- αυτό εμπλέκει πέρα από τους κατόχους γης, τους κατασκευαστές, τους πιστωτές, ακόμα και το κράτος που παίρνει εισοδήματα με τη μορφή φόρων ή εσόδων από την ιδιωτικοποίηση.[11]

Ορέστης Σεφέρογλου

 

Όμως, η «αστικοποίηση του κεφαλαίου» δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Όταν η πόλη προετοιμάζεται να υποδεχτεί τους βαρβάρους, όλοι ντύνονται με τα χρυσά τους, όλοι οι ρήτορες σιωπούν και όλοι περιμένουν από τούς βαρβάρους να νομοθετήσουν. Αυτή η δουλοπρεπής νευρικότητα χαρακτηρίζει και το μεσιτικό κεφάλαιο. Όταν οι βάρβαροι δεν έρθουν όμως, γιατί σφάχτηκαν μεταξύ τους καθώς μοιράζαν την προηγούμενη λεία, τότε τα πρόσωπα γίνονται σοβαρά. Με άλλα λόγια, η αναντιστοιχία μεταξύ του κοινωνικά αναγκαίου και του κατασκευασμένου στοκ ακινήτων (ασυμφωνία μεταξύ παραγωγικών και μη-παραγωγικών κεφαλαίων) προσαρμόζει ανά περιόδους απότομα την κερδοφορία που φαινομενικά μοιάζει να μπορεί να αυξάνεται για πάντα και οδηγεί σε ριζικές επιπτώσεις: πτώση των τιμών, κλείσιμο επιχειρήσεων και ανοίκιαστα κουφάρια οικοδομών. [12] Παράλληλα, διαμορφώνει ολόκληρες λεωφόρους-φαντάσματα όπου πριν λίγα χρόνια έσφυζαν από εμπορική δραστηριότητα. Η ανάπτυξη περιορίζεται τώρα πια σε ακόμα μικρότερα τμήματα των πόλεων, όπου το ξεπούλημα της μικρής ακίνητης ιδιοκτησίας γίνεται πεδίο κερδοφορίας για τις μεγάλες μεσιτικές εταιρείες, οι οποίες αγοράζουν υποτιμημένα και σχεδιάζουν να πουλήσουν μετά από αναμορφώσεις γειτονιών.

Γιώργος Καραηλίας, από το έργο ESTRANGER

 

Αυτή τη διπλή εικόνα, τη συναντάμε στη σημερινή ελληνική μητρόπολη∙ από τη μια μεριά να φιλτράρονται οι τόποι της και από την άλλη η κρίση να διαψεύδει τις επενδυτικές στροφές των γειτονιών. Μάλιστα, όσο οξύνεται η κρίση, τόσο περισσότερο θα παρατηρείται αυτή η αντίφαση∙ τόσο περισσότερο θα επικεντρώνουν οι επενδυτές τις ελπίδες κερδοφορίας τους σε λιγότερους τόπους και τόσο περισσότερο θα τούς σπάει τα μούτρα η κρίση. Σαν έναν μποξέρ, που μάταια σηκώνεται σφίγγοντας τα δόντια ξανά και ξανά, μέχρι να βγει νοκ άουτ.

Οι υπο-ανάπτυκτες περιοχές της διάχυσης όμως, υποφέρουν πολύ περισσότερο, καθώς αφού η κρίση ξεκινά από την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων, τη στιγμή της πιο μεγάλης της όξυνσης, ενισχύεται ακόμα πιο πολύ η απόγνωση του κεφαλαίου να διασφαλίσει την κερδοφορία του έξω από την παραγωγή.

Ηλίας Λιατσόπουλος

 

Αν περπατήσει κανείς στην περιοχή των Οινοφύτων, μια βιομηχανική ζώνη που είχε στο παρελθόν πανεθνική εμβέλεια, δεν θα δει σήμερα παρά τα σημάδια αυτής της υπερπαραγωγής· εγκαταλελειμμένο εξοπλισμό και λεηλατημένες εγκαταστάσεις αφημένες στη φθορά. Το φιλτράρισμα έχει αλλάξει τον ιστό της πόλης και έχει ήδη αλλάξει τη συνοχή της∙ η κρίση προχωράει πάνω σε καμμένη γη.

Κωνσταντίνος Δουμπενίδης, από τη σειρά HALT

 

Τρίτον, η απεγνωσμένη προσπάθεια των κρατών να προσελκύσουν ιδιώτες επενδυτές, τα βάζει σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ τους για το ποιό θα προσφέρει τους πιο ευνοϊκούς όρους· χαμηλή φορολόγηση, χαλαρή εργατική νομοθεσία, ανάληψη του επιχειρηματικού ρίσκου από το δημόσιο προϋπολογισμό κτλ. είναι μερικές από τις πολιτικές που ακολουθούνται σε μια εποχή όπου το κεφάλαιο μπορεί εύκολα να απειλήσει να κινηθεί από έναν τόπο σε άλλο. Ανάμεσα σε αυτές τις πολιτικές πρέπει να προσθέσουμε και τη χαλάρωση των όρων δόμησης και χωροταξίας.[13] Εδώ έρχονται να προστεθούν αναρίθμητες ιδιωτικές κατασκευές που υπερβαίνουν τους όρους δόμησης -νυκτερινά μαγαζιά, εστιατόρια, πλαζ κτλ- που γίνονται ανεκτές ή ακόμα και ενθαρρύνονται. Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και οι νόμοι που εξαιρούν από την κατεδάφιση αυθαίρετες ιδιωτικές κατασκευές που αντίκεινται στους πολεοδομικούς κανονισμούς (ν. 4014/2011, ν. 4178/2013, όπως και το πρόσφατα κατατεθειμένο νομοσχέδιο).

Νίκος Μάρκου, από τη σειρά TOPOS

Η χαλαρότητα στην εφαρμογή των κανονισμών ή η αλλαγή τους γίνονται έτσι μεν μοχλός της ιδιωτικής συσσώρευσης, αλλά παράλληλα οξύνουν την αναρχία σε επίπεδο πόλης· οι κατοικίες που ανεγείρονται, τα νέα εμπορικά κέντρα που χτίζονται και οι νέες τουριστικές δραστηριότητες που προσφέρονται, δεν συνοδεύονται από υποδομές ή επιβαρύνουν τις ήδη υπάρχουσες. Για να μη μιλήσουμε για ζητήματα ασυμβατότητας χρήσεων γης, υπέρβασης των ανεκτών όρων δόμησης και γενικότερα υποβάθμισης του αστικού τοπίου από την υπέρμετρη όρεξη για πλουτισμό. Ειδικά στις τουριστικές περιοχές, ο αγώνας των επενδυτών για κατασκευή λαμπερών ξενοδοχείων, ακριβών εστιατορίων, beach-bar και όλα όσα μπορούμε να θυμηθούμε από κάποιο μας καλοκαίρι σε κάποιο νησί, καταστρέφουν τις συνθήκες εκείνες που κάνουν έναν τόπο ιδιαίτερο· ομογενοποιώντας τον χώρο στον κοινό παρανομαστή των «τουριστικών υποδομών», οι επενδυτές αυτοκτονούν: χάνουν ακόμα και το μονοπώλιο επί του χώρου τους, δηλαδή της εκμετάλλευσης ενός τόπου φυσικού κάλλους, αρχαιολογικών μνημείων ή παράδοσης.

Μαρίνος Τσαγκαράκης

Τέλος, η ακραία κατάσταση που βρίσκεται η πόλη τροφοδοτεί την κοινωνική πόλωση με συνολικό κίνδυνο για την αναπαραγωγή του ίδιου του καπιταλισμού. Η πόλη σταδιακά χωρίζεται κατά μήκος των τόπων που δίνουν δυνατότητες κερδοφορίας ή των θυλάκων όπου μένουν τα ανώτερα στρώματα· απ’ έξω αρχίζουν και μένουν όλοι οι υπόλοιποι. Το κράτος εμφανίζεται μεν ως προστάτης των ανώτερων συμφερόντων, αλλά η ηγεμονία του -δηλαδή οι πολιτικές σχέσεις που εγγυούνται την απρόσκοπτη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου- αρχίζει να κλονίζεται από εξεγέρσεις, δημόσιες χρεοκοπίες, χρέη και διογκωμένα κόστη για τη λειτουργία της κεντρικής κυβέρνησης και των υπηρεσιών ασφάλειας. Τεράστια ποσά χρειάζονται πλέον για να εγγυηθεί η κοινωνική ειρήνη, καθώς το κράτος κάνει τα πάντα όχι μόνο για να αντιμετωπίσει το λαό, αλλά και να τον κρατήσει κατεκερματισμένο: προσλήψεις αστυνομικών, αύρες, παρακολουθήσεις μέσω των υπηρεσιών πληροφοριών, νέες φυλακές, δώρα στα ΜΜΕ σε αντάλλαγμα προπαγάνδας, αναδιοργάνωση του δικαστικού συστήματος, όλα κρατάν με δύναμη και τεράστιο χρηματικό κόστος το καπάκι της κατσαρόλας που βράζει.

Νίκος Παναγιωτόπουλος

 

Όπου δεν φτάνει ο κρατικός μηχανισμός να ελέγξει τις αντιδράσεις, επιστρατεύεται η ακροδεξιά, ο πράκτορας της αστικής τάξης στα λαϊκά και μικροαστικά στρώματα. Αλλά αυτό και αν οξύνει την κοινωνική πόλωση πέρα από κάθε όριο, καθώς η δημιουργία αντιφασιστικού κινήματος στις γειτονιές που μπορεί ενδεχομένως να συμπτυχθεί με το εργατικό, θέτει τους όρους μιας συνολικής ανατροπής. Όσοι χρησιμοποιούν στην κρίση το ναζισμό για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, ξέρουν συνειδητά ότι δεν μπορούν να διαλέξουν και τα δυο χρώματα της ρουλέτας. Στοιχηματίζουν τα πάντα στο μαύρο, ελπίζοντας να μη βγει το κόκκινο.

Κωνσταντίνος Δουμπενίδης

Κλείνοντας, η διαφοροποίηση των υλικών σχέσεων δεν «διαχέει» μόνο την πόλη, αλλά και την κρίση. Τα πάντα πολώνονται: συνθήκες διαβίωσης, κερδοφορία, δυνατότητες κατανάλωσης, πολιτικές σχέσεις και ελπίδες. Η πόλη παύει να είναι έδαφος κοινών αναφορών για το σύνολο του πληθυσμού της. Κάποιοι στέκουν από εδώ και κάποιοι από εκεί. Η πάλη των τάξεων εμφανίζεται και χωρικά. Στις ακτογραμμές της πόλης μάλιστα, η πόλωση εμφανίζεται πιο οξεία από πουθενά, όπως ένα κύμα που σκάει με την ορμή όλης της φύσης πάνω στην άκαμπτη προκυμαία.

Γιάννης Καρπούζης, από τη σειρά Παράλληλη Κρίση

 

Αλλά, αν ξεκινήσαμε αυτό το κείμενο από τις ακτογραμμές στα γεωγραφικά άκρα των πόλεων, είδαμε ότι ολοένα και περισσότερο, κάποια από τα πιο κεντρικά σημεία μοιράζονται τις ίδιες περιφερειακές αναπαραστάσεις, τρόπους ζωής, πολιτικό μούδιασμα και οικονομική κατάρρευση. Μήπως η περίφημη αυτή ακτογραμμή δεν μπορεί να βρεθεί παντού πλέον, σχηματίζοντας ραγδαίες γειτονικές αντιθέσεις; Η Πανεπιστημίου με την Αγ. Κωνσταντίνου σχηματίζουν σχεδόν την ίδια ευθεία, ο σταθμός της Αττικής δεν απέχει μεγαλύτερη απόσταση από το κέντρο από όσο ο σταθμός του Ευαγγελισμού, όπως και η Δραπετσώνα με το Παλιό Φάληρο σε σχέση με το κέντρο του Πειραιά. Έτσι, ούτε τα όρια της πόλης είναι πλέον σαφή, αλλά συνεχώς αναπροσαρμόζονται, ενώ σταδιακά ολόκληρος ο χώρος τείνει να χάσει τη συνοχή του και να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας ζελατίνας.

Το αν η κατάσταση αυτή συνεχώς θα οξύνεται, θέτοντας αντιφάσεις με τεράστιο ανθρώπινο και υλικό κόστος, ή θα ξεπεραστεί προς μια νέα ισορροπία δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Επαφίεται στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης, δηλαδή αφενός στις αντικειμενικές συνθήκες για την όξυνση της και αφετέρου στον υποκειμενικό ρόλο της οργάνωση της.

Κώστας Καψιάνης

Κώστας Καψιάνης, από τη σειρά Athens Riviera

 

Δεδομένης της τεράστιας κοινωνικής πόλωσης, αλλά και των τεχνολογικών και πολιτιστικών δυνατοτήτων που έχει δυνητικά ο σημερινός άνθρωπος, οι αντικειμενικές συνθήκες είναι ήδη εκεί. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος άνθρωπος θα καταλάβει ότι ζει σε μια αλλοτριωμένη κατάσταση και θα συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να ζήσει αλλιώς, δεν είναι δεδομένος. Αυτό είναι ένα ζήτημα που θα έπρεπε να είχαν αναλάβει ήδη από χθες, η οργανωμένη πρωτοπορία, οι συνελεύσεις σε χώρους δουλειάς, η πολιτιστική αντιπρόταση των γειτονιών και όσες απόπειρες μπορούν να ξαναεφεύρουν την χαμένη συνοχή των από κάτω –και άρα της πόλης.

Όταν συναντηθούν οι δύο αυτές συνθήκες, η νέα έφοδος δεν θα οδηγήσει σε μια ρομαντική επανα-ανακάλυψη της πόλης· τη διαχυμένη πόλη θα ακολουθήσει η υπέρβαση της ίδιας της πόλης, το οριστικό ξεπέρασμα των αντιθέσεων που γεννά η άνιση χωρική συγκέντρωση των παραγωγικών σχέσεων, τόσο στο εσωτερικό της, όσο και στο πλαίσιο του παγκόσμιου χώρου.

Παύλος Φυσάκης, από τη σειρά Nea Helvetia, Nikos “Ifi”, 2013

 

Η υπέρβαση αυτού του διπόλου θα οδηγήσει όχι μόνο την πόλη, αλλά ολόκληρο το χώρο να αποκτήσει συνοχή· τώρα πια ουσιαστική συνοχή, αφού θα είναι στη βάση των αναγκών του ανθρώπου και των περιθωρίων απελευθέρωσης του. Τότε, οι χαρακιές που ορίζουν οι ακτογραμμές της πόλης θα γίνουν συνδετήριες οδοί που θα φέρνουν κοντά τους τόπους της, στη βάση μιας ορθολογικής οργάνωσης του χώρου που θα αποφασίζεται από τους ίδιους τους χρήστες του χώρου, δηλαδή τους κατοίκους και τους εργαζόμενους. Εμμέσως λοιπόν, ο αγώνας για τη συνοχή του χώρου είναι και ένας αγώνας για την απονέκρωση και του κράτους.

Παύλος Φυσάκης, από τη σειρά Nea Helvetia, Elefsina, 2012

Είναι επιπλέον και ένας αγώνας για την κατάργηση της πόλης· ας θυμηθεί κανείς ότι στην Παρισινή Κομμούνα, η προσφώνηση «Πολίτη/Πολίτισσα» που σήμαινε ταυτόχρονα συμμετοχή σε ένα συνεκτικό χωρικό σύνολο και σε μια ιστορική πάλη για την απελευθέρωση, είχε ωστόσο στηθεί αντιπαραθετικά απέναντι στη γαλλική ύπαιθρο. Η παράδοση αυτή, που έχει τις ρίζες της ήδη στο 1789 και επιβεβαιώθηκε ξανά το 1830 και το 1848,[14] ανάγκασε την πιο περίφημη επαναστατική οργάνωση μιας πόλης να πέσει ματωμένη, όταν δεν μπόρεσε να φτάσει το επαναστατικό της μήνυμα πέρα από τα όρια της. Ακριβώς αυτά τα ζητήματα απασχόλησαν τη σοβιετική πρωτοπορία τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, δηλαδή η κατάργηση της αποξενωτικής πόλης, κάτι που τέθηκε από την πολύ αρχή ως προϋπόθεση για την άρση και όλων των υπόλοιπων κοινωνικών διαχωρισμών. Στο πλαίσιο αυτό, μοναδικά ρηξικέλευθες ιδέες παρουσιάστηκαν, από την κλίμακα της χωροταξίας μέχρι την μικροκλίμακα της αναγκαίας κατοικίας.[15]

Οι ιδέες αυτές φυσικά δεν τελεσφόρησαν, αλλά αυτό που θέλει να μας μάθει η παγκόσμια επαναστατική διαδικασία των δύο τελευταίων αιώνων, είναι ότι αν η κοινωνική πάλη παίρνει τη μορφή ενός συνεκτικού τόπου καθώς εδραιώνεται, η ίδια τείνει παράλληλα να διαρρήξει τα κλειστά του όρια και να αγκαλιάσει το σύνολο του χώρου. Καθώς θα περνάει από πάνω τους, θα σαρώνει όλους τους ιδιαίτερους ρόλους του χώρου, ως υπηρέτες του παλιού οικονομικού συστήματος. Οι έννοιες πόλος ανάπτυξης, ακτογραμμή, χωριό, μητρόπολη κτλ θα διδάσκονται τότε στη σχολική ιστορία, όπως μάθαμε για της πόλεις-κράτη και τα φέουδα.

Φυσικά, οι νέες προσφωνήσεις των κατοίκων του νέου χώρου, οι νέες αναπαραστάσεις και η όλη «ποίηση» του μέλλοντος θα είναι αντικείμενο των επαναστάσεων, όχι των προφητών τους.

Αλλά τότε θα φωτογραφίζουμε άλλους ανθρώπους, σε άλλους τόπους.

Σημείωση: Ο τίτλος του κειμένου είναι από το τραγούδι «Εδώ» («Τρύπες», 1990) σε στίχους Γιάννη Αγγελάκα.

.

Ηλίας Λιατσόπουλος

.


.

[11] Harvey, David. 1985. The urbanization of capital. Oxford: Blackwell.

[12] Δες: Χάρβεϋ, Ντέιβιντ. 2011. «Το δικαίωμα στην πόλη». Περιοδικό Κομπρεσέρ. τ.1. Brenner, Robert. 2004. The economics of global turbulence. London: New Left Review.

[13] Μάλιστα, η Παγκόσμια Τράπεζα επίσημα καλεί τις κυβερνήσεις να χαλαρώσουν -έως και να καταργήσουν- τους πολεοδομικούς κανονισμούς τους για την κάλυψη, τα μέγιστα ύψη, τις επιτρεπόμενες χρήσεις κλπ., ώστε να επέλθει οικονομική ανάπτυξη. Δες: World Bank. 2008. World development report 2009: reshaping economic geography. Washington, D.C.: World Bank. (σελ. 202).

[14] Δες: Προσπέρ-Ολιβιέ, Λισαγκαρέ. Η ιστορία της Παρισινής κομμούνας του 1871 τ.Ι . Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος. Μαρξ, Κάρλ. 2000. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

[15] Ragon, Michel. 1986. Histoire mondiale de l’architecture et de l’urbanisme modernes. Tome 2. Paris: Casterman (σελ. 283). Kopp, Anatole. 1972. Ville et révolution: architecture et urbanisme soviétiques des années vingt. Paris: Editions du Seuil (σελ. 214). Δες επίσης: Με τα φτερά μιας μεγάλης αρχιτεκτονικής. Περιοδικό Κομπρεσέρ. τ.5.

.